ΤΡΑΥΜΑ ΠΑΙΔΩΝ 

Τα συνηθέστερα κατάγματα στη σχολική ηλικία αφορούν τα άνω άκρο και ιδιαίτερα τον καρπό, το αντιβράχιο, τον αγκώνα και σπανιότερα τον ώμο

Συχνά είναι τα παιδικά κατάγματα άνω ή κάτω άκρων, τα οποία συμβαίνουν κατά τη διάρκεια των σχολικών διαλειμμάτων, αλλά και κατά τις σχολικές και εξωσχολικές αθλητικές δραστηριότητες των παιδιών. Και αυτό, διότι ο αναπτυσσόμενος σκελετός, ο οποίος στην εμβρυϊκή ζωή ξεκινά ως χόνδρινος σκελετός και οστεοποιείται μέχρι την ενηλικίωση, κινδυνεύει από ατυχήματα, όπως και ο σκελετός των ενηλίκων.
Έτσι, τα παιδιά, λόγω της διαφορετικής ισορροπίας, αλλά και των δραστηριοτήτων τους, μπορεί να υποστούν ατυχήματα που ως συνέπεια έχουν το κάταγμα.

Όμως τα παιδιά έχουν ορισμένα πλεονεκτήματα, έναντι των ενηλίκων. Το πρώτο μεγάλο πλεονέκτημα του αναπτυσσόμενου σκελετού, δηλαδή του σκελετού των παιδιών, είναι ότι τα οστά τους περιβάλλονται από ένα πολύ παχύ περίβλημα, που ονομάζεται περιόστεο, το οποίο προστατεύει τα οστά από σπασίματα και το δεύτερο είναι ότι ο σκελετός των παιδιών, επειδή αναπτύσσεται, έχει τη δυνατότητα ταχύτατης πώρωσης των καταγμάτων. Ένα ακόμα μεγάλο πλεονέκτημα του νεανικού σκελετού και ιδιαίτερα των πολύ μικρών παιδιών (από μερικών μηνών μέχρι και 8-10 ετών) είναι ότι το κάταγμα πωρώνεται γρήγορα, σε σχέση με εκείνο του ενήλικα, αλλά και το οστό αποκτά το κανονικό του σχήμα, ανεξάρτητα από την παραμόρφωση που προκαλεί. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι κάποια κατάγματα σ’ αυτή την ηλικία δεν μπορεί να είναι και πολύ σοβαρά.

Τα σοβαρά κατάγματα, κυρίως, αφορούν τα σημεία εκείνα των οστών από τα οποία αναπτύσσεται το κόκκαλο και ονομάζονται επιφυσιακές πλάκες ή ζώνες ανάπτυξης. Οι ζώνες αυτές αποτελούνται από επάλληλες σειρές ώριμων και ανώριμων κυττάρων που γεννούν οστό και, έτσι, τα κόκαλα επιμηκύνονται. Αν λοιπόν συμβεί ένα κάταγμα σε μια τέτοια ζώνη, τότε διακόπτεται η επαλληλία των κυττάρων, με πιθανή συνέπεια την αναστολή της ανάπτυξης του οστού.

Η ορθοπαιδική χειρουργική έχει αναπτυχτεί πολύ στην αντιμετώπιση των παιδιατρικών καταγμάτων, τα οποία θεωρούνται στη πλειονότητά τους αθώα και είναι εύκολο να αντιμετωπιστούν. Οι γονείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι πτώσεις και επίμονος πόνος θα πρέπει πάντα να οδηγούν στον ορθοπαιδικό, γιατί πίσω από αυτά μπορεί να κρύβονται κατάγματα. Ιδιαίτερα τα κατάγματα γύρω από τις αρθρώσεις, πολλές φορές, περνούν απαρατήρητα, διότι τα παιδιά διαθέτουν ευελιξία και κινητικότητα.

Τα συνηθέστερα κατάγματα στη σχολική ηλικία, που προκαλούνται από πτώσεις στον αυλόγυρο, αφορούν τα άνω άκρα και ιδιαίτερα τον καρπό, το αντιβράχιο, τον αγκώνα και σπανιότερα τον ώμο. Τα αθωότερα είναι αυτά του καρπού. Ανατάσσονται εύκολα και συνήθως πωρώνονται σε 3-4 εβδομάδες. Τα σοβαρότερα κατάγματα είναι αυτά που βρίσκονται κοντά στις αρθρώσεις του αγκώνα, του γόνατος, του ώμου και του ισχίου, που -έστω- η υποψία για ύπαρξη κατάγματος πρέπει να οδηγήσει το παιδί στο νοσοκομείο.

Ο δάσκαλος και ο γονιός, με ψυχραιμία, θα πρέπει να φροντίσουν να ακινητοποιήσουν με έναν επίδεσμο την ύποπτη περιοχή ή αν είναι στο κάτω άκρο να βοηθήσουν να μη βαδίσει πάνω σ’ αυτό. Η επίσκεψη στο νοσοκομείο πρέπει να γίνεται άμεσα -και όχι την επόμενη ημέρα- όπου μια ακτινογραφία θα επιβεβαιώσει την ύπαρξη και το είδος του κατάγματος (ο γονιός δεν πρέπει να φοβάται την ακτινοβολία της ακτινογραφίας, καθώς δεν επηρεάζει καθόλου την ανάπτυξη του παιδιού).
Κάποια σπάνια, σοβαρά κατάγματα ενδέχεται να οδηγήσουν το παιδί στο χειρουργείο, ώστε η ανάταξη να γίνει με μεγάλη ακρίβεια και το αποτέλεσμα να είναι άριστο.

Τα ομαδικά σπορ, όπου υπάρχει επαφή των αθλητών, συχνά προκαλούν τέτοιου τύπου κατάγματα, διότι τα παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα να προστατεύσουν ούτε τον εαυτό τους, ούτε το συναθλητή τους. Εκεί χρειάζεται η συνδρομή της επίβλεψης του γονιού και του δασκάλου.

Τέλος, είναι πολύ συνηθισμένο τα παιδιά να σπάνε τα οστά τους στο ίδιο σημείο ακριβώς που το είχαν ξανασπάσει, λίγο καιρό πριν. Αυτό οφείλεται στο ότι απαιτείται ένας σημαντικός χρόνος, μέχρι το οστό να αποκτήσει ξανά την αρχική του δύναμη. Ο δάσκαλος, αλλά και ο γονέας θα πρέπει να προστατεύουν το παιδί για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την αφαίρεση του γύψου, διότι το οστό παραμένει -αν και πωρωμένο- ακόμα ευαίσθητο.